arthra

Ο οργανισμός αποτελείται από κύτταρα, που το καθένα κάνει μια εξειδικευμένη δουλειά. Η εργασία τους όμως, για να πραγματοποιηθεί, χρειάζεται ενέργεια. Η ενέργεια προέρχεται από την καύση της γλυκόζης,

των λιπών, αλλά και από την μετατροπή των πρωτεϊνών σε γλυκόζη, ένα φαινόμενο που λέγεται νεογλυκογένεση.

oxeidotiko sres diavitisΟι καύσεις και η παραγωγή ενέργειας, όπως συμβαίνει παντού στο κόσμο, έτσι και μέσα στον οργανισμό μας προκαλούν «καυσαέρια». Τοξικά, δηλαδή, προϊόντα της καύσης, που όταν συσσωρεύονται είναι δυνατόν να προκαλέσουν βλάβες.

Αν κοιτάξουμε μέσα στα κύτταρα του οργανισμού μας, είναι δυνατόν να εντοπίσουμε αυτά τα τοξικά προϊόντα, που ο επιστημονικός τους όρος είναι οι ελεύθερες ρίζες οξυγόνου και άλλα παρόμοια προϊόντα. Στη συνέχεια για την ευκολία κατανόησης του κειμένου όλα τα τοξικά προϊόντα θα τα αναφέρουμε ως ελεύθερες ρίζες.

Το οξειδωτικό στρες είναι η υπερβολική συγκέντρωση ελευθέρων ριζών στα κύτταρα, που είναι σε θέση να προκαλέσουν βλάβες στην λειτουργία των κυττάρων. Το οξειδωτικό στρες, ως ένα σημείο είναι αναγκαίο για το κύτταρο, διότι λειτουργεί ως κίνητρο για το κύτταρο, να αναπτυχθεί, να κινηθεί, ή να πολλαπλασιαστεί. Όταν το οξειδωτικό στρες γίνει πιο έντονο, λειτουργεί τοξικά, παρεμποδίζει το έργο του κυττάρου και είναι δυνατό να προκαλέσει και τον θάνατό του.

Το επίπεδο του οξειδωτικού στρες σε κάθε οργανισμού, καθορίζεται εκ πρώτης, από τον γενετικό κώδικα. Υπάρχει δηλαδή ένας κληρονομικός προσδιορισμός και εξαρτάται από τα γονίδια, που ο καθένας μας φέρει. Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι μπορεί να μην αναπτύσσουν οξειδωτικό στρες, σε επικίνδυνα επίπεδα και κάποιοι άλλοι να αναπτύσσουν οξειδωτικό στρες πολύ εύκολα.

Η ανάπτυξη του οξειδωτικού στρες εξαρτάται από τον ρυθμό παραγωγής των ελευθέρων ριζών μέσα στα κύτταρα, από τον ρυθμό κάθαρσης των ελεύθερων ριζών και από τον ρυθμό αποκατάστασης των βλαβών που αυτό έχει προκαλέσει.

Όπως είπαμε προηγουμένως, οι καύσεις του οργανισμού παράγουν τις ελεύθερες ρίζες. Αυτές με τη σειρά τους αντιδρούν με τα διάφορα συστατικά των κυττάρων και προκαλούν βλάβες. Συγκεκριμένα αντιδρούν με τις κυτταρικές μεμβράνες προκαλώντας οξειδωμένες μορφές λιπαρών οξέων, που και αυτά με τη σειρά τους είναι τοξικά. Επίσης καταστρέφουν τις πρωτεΐνες, αλλά το σπουδαιότερο είναι, ότι προκαλούν βλάβες και στο DNA. Οι βλάβες στο DNA μπορούν να οδηγήσουν σε μόνιμες βλάβες και εκτροπή της λειτουργίας του κυττάρου. Αυτός είναι ένας μηχανισμός ανάπτυξης διαφόρων ασθενειών, μεταξύ των οποίων ο Διαβήτης και των επιπλοκών του.

Ο οργανισμός από την άλλη, έχει εσωτερικούς μηχανισμούς κάθαρσης των ελευθέρων ριζών και αποκατάστασης των βλαβών, που αυτές προκαλούν. Οι μηχανισμοί αυτοί βασίζονται στη λειτουργία διαφόρων ενζύμων, βιταμινών και μετάλλων, που δρουν σαν αντιοξειδωτικές ουσίες. Το κυριότερο ένζυμο, σε αυτή την διαδικασία είναι η γλουταθειόνη, η οποία καθαρίζει τις ελεύθερες ρίζες και προστατεύει το κύτταρο από την τοξική τους δράση. Όσο υπάρχουν αρκετά επίπεδα γλουταθειόνης, μπορεί να διατηρηθεί μια ικανοποιητική ισορροπία.

Τα επίπεδα της γλουταθειόνης στο κύτταρο, τόσο από εσωτερικούς, όσο και από εξωτερικούς παράγοντες. Τυπικοί εξωτερικοί παράγοντες μπορεί να είναι φάρμακα, διαλύτες, χρώματα, καύσιμα, βαρέα μέταλλα, φυτοφάρμακα, ζιζανιοκτόνα, νιτρικά και άλλα συντηρητικά τροφίμων χημικής προέλευσης, η ασπαρτάμη, οι συνθετικές χρωστικές ουσίες τροφίμων, τα βενζοπυρένια, που βρίσκονται στον καπνό και τα κάρβουνα, το αλκοόλ, χημικά προϊόντα οικιακής χρήσης, φορμαλδεΰδη και στυρόλιο από τα φωτοτυπικά μηχανήματα και τόνερ, το χλώριο στο νερό, οι ιατρικές ακτίνες Χ, υπεριώδη ακτινοβολία, ηλεκτρομαγνητικά πεδία και οι βιομηχανικοί ρύποι. Άλλοι εξωτερικοί παράγοντες είναι η κακή διατροφή, η εντατική άσκηση, το χρόνιο ψυχικό στρες, η κατάθλιψη, η φωτορύπανση, που μειώνει τα επίπεδα μελατονίνης στον οργανισμό την νύχτα και η αυξανόμενη ηλικία.

Από ότι καταλαβαίνουμε δεν μπορούμε να αποφύγουμε όλους τους παραπάνω παράγοντες, μπορούμε όμως με την διατροφή μας και τη συμπεριφορά μας να προστατέψουμε τα επίπεδα της γλουταθειόνης στα κύτταρα. Η γλουταθειόνη υπάρχει σε πολλά τρόφιμα άλλα δεν είναι δυνατόν να απορροφηθεί από το έντερο αναλλοίωτη. Βασικό συστατικό στη διατροφή μας θα πρέπει να είναι η κυστεΐνη, από την οποία προέρχεται η γλουταθειόνη. Τρόφιμα που περιέχουν κυστεΐνη είναι τα κρέατα, τα πουλερικά, τα γαλακτοκομικά, τα αυγά, το κινόα, το φαγόπυρο, καθώς και τα μπρόκολα, κόκκινες και κίτρινες πιπεριές, κρεμμύδια και σκόρδο.

Τα επίπεδα της γλουταθειόνης είναι δυνατόν να αυξηθούν με την επαρκή πρόσληψη βιταμινών από την διατροφή.

H βιταμίνη C μπορεί να αυξήσει κατά 50% τα επίπεδα της γλουταθειόνης, εάν γίνεται πρόσληψη αυτής 500 mg, καθημερινά. Η βιταμίνη Ε λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο και αυξάνει τα επίπεδα της γλουταθειόνης.

Οι βιταμίνες Β6, Β12, Β1, Β2 συμμετέχουν στη διαδικασία της σύνθεσης στην γλουταθειόνη και είναι απαραίτητη η επάρκεια σε αυτές. Επίσης το φυλλικό οξύ είναι απαραίτητο, διότι διατηρεί την σύνθεση της γλουταθειόνης και αποτρέπει τον σχηματισμό της ομοκυστεΐνης, η οποία μπορεί να προκαλέσει αθηροσκλήρυνση στα αγγεία.

Απαραίτητα είναι και τα μέταλλα Σελήνιο, Μαγνήσιο, Ψευδάργυρος και Βανάδιο για την απρόσκοπτη και επαρκή παραγωγή της γλουταθειόνης μέσα στο κύτταρο.

Μια κομβικής σημασίας ουσία, για την διατήρηση σε επάρκεια των επιπέδων της γλουταθειόνης είναι το α-λιποϊκό οξύ.

Το α-λιποϊκό οξύ είναι μια αντιοξειδωτική ουσία που λειτουργεί πολλαπλά και συμβάλει στην υγεία του κυττάρου. Εξουδετερώνει τις διάφορες τοξίνες, συμπεριλαμβανομένου των βαρέων μετάλλων, μόλυβδου και καδμίου. Βοηθά στην ανακύκλωση της γλουταθειόνης (μετατροπή της οξειδωμένης γλουταθειόνης σε μη-οξειδωμένη), αλλά και των βιταμινών C και E. Το α-λιποϊκό οξύ παράγεται σε μικρές ποσότητες στο σώμα. Σε οξειδωτικές καταστάσεις, όπως ο Διαβήτης, η ποσότητα του α-λιποϊκού οξέος δεν επαρκεί και συστήνεται η έλλειψη από την διατροφή (κόκκινα κρέατα).

Δυστυχώς δεν είμαστε σε θέση να μετρήσουμε τα επίπεδα γλουταθειόνης, των βιταμινών, των μετάλλων και του α-λιποϊκού οξέος στα κύτταρα, για να γνωρίζουμε τις ανάγκες μας. Η Μεσογειακή διατροφή είναι σε θέση να μας προσφέρει ικανές ποσότητες αυτών των στοιχείων, σε καταστάσεις όμως σαν τον Διαβήτη, λόγω του αυξημένου οξειδωτικού στρες, χρήσιμη είναι και η πρόσληψη τους από συμπληρώματα διατροφής.